Πόσο εύκολα μπορεί ένας άνθρωπος να πει ένα ψέμα; Και τι συμβαίνει όταν δεν έχει αρκετά ισχυρή δικαιολογία για να εξηγήσει γιατί το είπε;
Το 1959, οι ψυχολόγοι Leon Festinger και James Carlsmith πραγματοποίησαν στο Πανεπιστήμιο Stanford ένα από τα πιο γνωστά πειράματα της κοινωνικής ψυχολογίας. Η έρευνα δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Cognitive Consequences of Forced Compliance» και έγινε γνωστή ως το πείραμα του 1 και των 20 δολαρίων. (PubMed)
Μία ώρα αφόρητης βαρεμάρας
Στο πείραμα συμμετείχαν άνδρες φοιτητές, οι οποίοι κλήθηκαν να εκτελέσουν για περίπου μία ώρα εξαιρετικά βαρετές και επαναλαμβανόμενες εργασίες.
Μεταξύ άλλων, έπρεπε να τοποθετούν και να αφαιρούν αντικείμενα από έναν δίσκο και να γυρίζουν ξύλινους πασσάλους κατά ένα τέταρτο της περιστροφής. Οι εργασίες είχαν σχεδιαστεί σκόπιμα ώστε να είναι μονότονες και χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον. (psychclassics.yorku.ca)
Όταν τελείωσαν, ο ερευνητής είπε σε ορισμένους συμμετέχοντες ότι ο άνθρωπος που παρουσίαζε κανονικά το πείραμα στην επόμενη ομάδα δεν είχε εμφανιστεί.
Τους ζήτησε, λοιπόν, να βοηθήσουν.
Η αποστολή τους ήταν να συναντήσουν τον επόμενο συμμετέχοντα και να του πουν ότι οι εργασίες ήταν:
ενδιαφέρουσες,
διασκεδαστικές,
ευχάριστες,
γεμάτες εκπλήξεις.
Με άλλα λόγια, τους ζητήθηκε να πουν κάτι που δεν συμφωνούσε με αυτό που είχαν πραγματικά βιώσει.
Η πληρωμή του ενός δολαρίου
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε διαφορετικές ομάδες.
Η πρώτη ομάδα πληρώθηκε 1 δολάριο για να παρουσιάσει το βαρετό πείραμα ως ενδιαφέρον. Η δεύτερη ομάδα πληρώθηκε 20 δολάρια για να κάνει ακριβώς το ίδιο. Υπήρχε επίσης μία ομάδα ελέγχου, τα μέλη της οποίας δεν χρειάστηκε να παραπλανήσουν κάποιον άλλο. (PubMed)
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, οι ερευνητές ρώτησαν τους συμμετέχοντες πόσο ενδιαφέρουσες και ευχάριστες θεωρούσαν πραγματικά τις εργασίες.
Η λογική πρόβλεψη θα ήταν ότι εκείνοι που έλαβαν τα περισσότερα χρήματα θα αξιολογούσαν το πείραμα πιο θετικά.
Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν σχεδόν το αντίθετο.
Το παράξενο αποτέλεσμα
Οι συμμετέχοντες που είχαν πληρωθεί μόνο 1 δολάριο δήλωσαν κατά μέσο όρο ότι η εργασία ήταν περισσότερο ευχάριστη από όσους είχαν πληρωθεί 20 δολάρια.
Οι φοιτητές των 20 δολαρίων συνέχισαν σε μεγάλο βαθμό να θεωρούν την εργασία βαρετή. Οι φοιτητές του ενός δολαρίου, αντίθετα, φάνηκε να έχουν αλλάξει κάπως την προσωπική τους άποψη για αυτή. (ResearchGate)
Γιατί όμως η μικρότερη αμοιβή προκάλεσε μεγαλύτερη αλλαγή στη στάση τους;
Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας
Ο Leon Festinger είχε προτείνει τη θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας. Ο όρος περιγράφει την ψυχολογική ένταση που μπορεί να αισθανόμαστε όταν οι σκέψεις, οι πεποιθήσεις και οι πράξεις μας συγκρούονται μεταξύ τους. (APA Dictionary)
Ο συμμετέχων που έλαβε 20 δολάρια μπορούσε εύκολα να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του:
«Είπα ότι το πείραμα ήταν ενδιαφέρον επειδή πληρώθηκα καλά.»
Τα χρήματα αποτελούσαν μια ισχυρή εξωτερική δικαιολογία. Δεν ήταν απαραίτητο να αλλάξει την πραγματική του άποψη για την εργασία.
Ο άνθρωπος που έλαβε μόνο 1 δολάριο βρισκόταν σε πιο δύσκολη ψυχολογική θέση:
«Η εργασία ήταν βαρετή. Είπα όμως σε έναν άλλο άνθρωπο ότι ήταν ενδιαφέρουσα και πήρα σχεδόν καθόλου χρήματα. Γιατί το έκανα;»
Το ένα δολάριο δεν αποτελούσε αρκετά ισχυρή δικαιολογία. Έτσι δημιουργούνταν σύγκρουση ανάμεσα στη συμπεριφορά του και σε αυτό που πραγματικά πίστευε.
Για να μειώσει αυτή την εσωτερική σύγκρουση, μπορούσε ασυνείδητα να αλλάξει κάπως την άποψή του:
«Ίσως τελικά η εργασία να μην ήταν τόσο άσχημη. Ίσως να είχε κάποιο ενδιαφέρον.»
Η εξήγηση αυτή ονομάζεται ανεπαρκής εξωτερική δικαιολόγηση. Όταν δεν υπάρχει αρκετά ισχυρός εξωτερικός λόγος για μια πράξη, ο άνθρωπος μπορεί να προσαρμόσει τις εσωτερικές του πεποιθήσεις ώστε να συμφωνούν περισσότερο με τη συμπεριφορά του. (psychclassics.yorku.ca)
Άρχισαν πραγματικά να πιστεύουν το ψέμα;
Η συνηθισμένη παρουσίαση του πειράματος στα κοινωνικά δίκτυα είναι ότι οι άνθρωποι πληρώθηκαν για να πουν ψέματα και τελικά πίστεψαν απόλυτα το ίδιο τους το ψέμα.
Αυτό είναι υπερβολικό.
Οι συμμετέχοντες του ενός δολαρίου δεν μεταμορφώθηκαν ξαφνικά σε ανθρώπους που λάτρευαν τη βαρετή εργασία. Η μέση αξιολόγησή τους έγινε απλώς περισσότερο θετική σε σύγκριση με την αξιολόγηση της ομάδας των 20 δολαρίων.
Το πείραμα έδειξε μια μεταβολή στάσης, όχι την ολοκληρωτική αντικατάσταση της πραγματικότητας από ένα ψέμα.
Πώς εμφανίζεται αυτό στην καθημερινή ζωή
Η γνωστική ασυμφωνία δεν περιορίζεται στα εργαστήρια ψυχολογίας. Μπορεί να εμφανιστεί σε πολλές καθημερινές καταστάσεις.
Ένας άνθρωπος μπορεί να παραμένει για χρόνια σε μια δουλειά που δεν του αρέσει και να αρχίζει να λέει ότι «δεν είναι τελικά τόσο άσχημα», επειδή δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι έχασε τόσο χρόνο.
Κάποιος μπορεί να αγοράσει ένα πολύ ακριβό προϊόν και, όταν ανακαλύψει τα μειονεκτήματά του, να συνεχίσει να υποστηρίζει ότι ήταν η καλύτερη επιλογή. Η παραδοχή ότι έκανε λάθος θα δημιουργούσε εσωτερική σύγκρουση.
Ένας ψηφοφόρος μπορεί να υπερασπίζεται μια πολιτική απόφαση που παλαιότερα θα απέρριπτε, επειδή προέρχεται από την ομάδα που ήδη υποστηρίζει.
Ένας άνθρωπος μπορεί επίσης να δικαιολογεί μια προβληματική σχέση λέγοντας:
«Έχω επενδύσει τόσα χρόνια. Δεν μπορεί να ήταν όλα λάθος.»
Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι βέβαιο ότι ο άνθρωπος λέει συνειδητά ψέματα. Συχνά προσπαθεί να δημιουργήσει μια συνεπή ιστορία, ώστε να μην έρθει αντιμέτωπος με την αντίφαση ανάμεσα στις επιλογές του και στην πραγματικότητα.
Όσο μικρότερη η δικαιολογία, τόσο μεγαλύτερη η εσωτερική αλλαγή
Το σημαντικό μήνυμα του πειράματος δεν είναι απλώς ότι «τα χρήματα κάνουν τους ανθρώπους να λένε ψέματα».
Το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα είναι ότι μια μεγάλη ανταμοιβή μπορεί να δικαιολογήσει εύκολα μια συμπεριφορά, ενώ μια πολύ μικρή ανταμοιβή αφήνει τον άνθρωπο χωρίς ικανοποιητική εξήγηση.
Τότε μπορεί να αρχίσει να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο θυμάται, αξιολογεί ή ερμηνεύει αυτό που συνέβη.
Η συμπεριφορά δεν ακολουθεί πάντοτε τις πεποιθήσεις μας. Μερικές φορές συμβαίνει το αντίστροφο: αλλάζουμε τις πεποιθήσεις μας για να δικαιολογήσουμε τη συμπεριφορά μας.
Συμπέρασμα
Το πείραμα του 1 και των 20 δολαρίων έγινε γνωστό επειδή αποκάλυψε κάτι βαθιά ανθρώπινο.
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε λογικοί, σταθεροί και συνεπείς. Όταν όμως οι πράξεις μας συγκρούονται με τις αξίες ή τις πραγματικές μας απόψεις, η παραδοχή της αντίφασης μπορεί να είναι επώδυνη.
Έτσι, αντί να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας ή να παραδεχτούμε ότι κάναμε λάθος, μερικές φορές αλλάζουμε την ιστορία που λέμε στον εαυτό μας.
Και όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε αυτή την ιστορία, τόσο ευκολότερο γίνεται να την αποδεχτούμε ως αλήθεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου